Σταυρόλεξο #135309 · Ελληνικά · 15×15 · 2026-09-20
Σταυρόλεξο #135309 · Ελληνικά · 15×15 · 2026-09-20: ελληνικό σταυρόλεξο με 82 ορισμούς σε πλέγμα 15 × 15. Διάβασε τους ορισμούς και παίξε online.
Ελληνικά · 15 × 15 ·
Παίξε αυτό το σταυρόλεξοΔιάβασε τους ορισμούς παρακάτω και άνοιξε το διαδραστικό πλέγμα για να συμπληρώσεις τις απαντήσεις. Οι οριζόντιες και οι κάθετες απαντήσεις μοιράζονται γράμματα στα σημεία όπου διασταυρώνονται. Στο παιχνίδι μπορείς να ελέγξεις τις απαντήσεις και να χρησιμοποιήσεις βοήθειες.
Οριζόντια
- Πρόθεση με χρονική ή επιμεριστική/διανεμητική έννοια που αποδίδεται μερικές φορές και με το «κάθε» (3)
- Η χιονοδρομία (3)
- Ισοδύναμο με την προστακτική πήγαινε (3)
- Σε σημείο που βρίσκεται πιο μακριά από αυτόν που μιλάει (4)
- Σύνδεσμος που εισάγει μια προϋπόθεση, συνώνυμος του «αν» (3)
- Συνουσία, ερωτική επαφή (3)
- Τουφεκιά με (το όπλο) τρομπόνι (9)
- Μεταβιβάζω την κυριότητα ή τη χρήση ενός πράγματος σε κάποιον άλλον (4)
- Ευθεία < ίσια < ίσιος < < (καθιστώ ίσο) < ἴσος (3)
- Επιφώνημα που χρησιμοποιείται για να εκφράσουμε θαυμασμό, ειρωνεία, ξάφνιασμα (3)
- Θηλυκή θεότητα (3)
- Το σύνολο των διαταραχών που προκαλούνται από βίαιες μεταβολές της κατάστασης του οργανισμού (3)
- Το ζιζάνιο, είδος λολίου, που φυτρώνει ανάμεσα στα δημητριακά (3)
- Η παλαίστρα (5)
- Συνδέει παρατακτικά δύο όρους (λέξεις, προτάσεις) σε μια αρνητική, αποφατική πρόταση (4)
- Είδος μύκητα (Phellinus igniarius), που το ξέραιναν και τον χρησιμοποιούσαν, παλαιότερα, ως φιτίλι για τσακμάκι (4)
- Π.χ., φερειπείν, που λέει ο λόγος (3)
- Κάθε (3)
- Μαζί (4)
- (με ουσιαστικά) δηλώνει παρομοίωση: όπως, όμοια, σάμπως (3)
- Το επεισόδιο που περιλαμβάνει διχαστική και ετεροκαταστροφική συμπεριφορά (4)
- Που κάνει κάτι χωρίς τη θέλησή του, ακούσια, άθελά του (4)
- Σε + το () (3)
- Προέκταση της σπονδυλικής στήλης αρκετών θηλαστικών, η κέρκος (4)
- Η άνοιξη (3)
- Επιφώνημα αηδίας (3)
- Σημάδι (‿) που τίθεται για να δηλώσουμε την συνεκφώνηση δύο γειτονικών φωνηέντων ή διφθόγγων (4)
- Δυσάρεστη έκπληξη, στεναχώρια (4)
- Η επιβολή που ασκεί κάποιος λόγω της ανωτερότητάς του (5)
- Με ποια μέθοδο, κάνοντας ποια συγκεκριμένα πράγματα (3)
- Το σιδερένιο άκρο του αρότρου (3)
- (σύνδεσμος) < (3)
- Που έχει το χρώμα του άνθους της μολόχας ή της βιολέτας (3)
- Βόλτα (3)
- Τραντάζω, ταρακουνάω, κραδαίνω, πάλλω (4)
- Η υδατογραφία (9)
- Λόχος από τεθωρακισμένα (3)
- Η κίνηση που εξασφαλίζει την επιτυχία έναντι ενός αντιπάλου (3)
- Έχοντας ξοδέψει όλα μου τα χρήματα, είμαι πλέον άφραγκος, χωρίς φράγκο (4)
- Σάλτσα που συνοδεύει συνήθως σαλάτες (3)
- Βαρβάτο άλογο ιππασίας (3)
- Ήδη (3)
Κάθετα
- Με άπρακτο τρόπο (7)
- Πρόσφατο γεγονός που το πληροφορούμαστε· η είδηση, το μαντάτο (3)
- Στρατιωτικό πρόσταγμα που σηματοδοτεί την εκτέλεση της κίνησης με το όπλο, ως καταληκτικό σκέλος του παραγγέλματος (3)
- Η υπόθεση, η πλοκή, ο μύθος λογοτεχνικού, θεατρικού, αλλά κυρίως κινηματογραφικού έργου (7)
- (συμπλεκτικός σύνδεσμος, συντακτικό) συνδέει κατά παράταξη όμοιες προτάσεις ή όμοιους όρους πρότασης (3)
- Η κλωστή (3)
- Ο ασιατικός (7)
- Σύνδεσμος που δηλώνει αντίθεση (3)
- Η έξοδος με σκοπό τη διασκέδαση ή το φαγητό (3)
- Δηλώνει (3)
- Δηλώνει ότι κάτι ή κάποιος εμφανίστηκε ξαφνικά (5)
- Τρύπα (3)
- Είναι ανάγκη (3)
- Συμφωνώ συνεχώς (3)
- Σπάω, σπάζω (5)
- Το τραγούδι (4)
- Δηλώνει την αιτία (3)
- Επιτατικό αρνητικό μόριο (3)
- Το απόλυτο αριθμητικό (1) που ακολουθεί το μηδέν και προηγείται του δύο (3)
- Είδος γλυκίσματος (3)
- Κάθε μια από τις εννέα Μούσες, κόρες του Δία και της Μνημοσύνης, προστάτιδες των τεχνών (5)
- Δηλώνει: (3)
- Είδος μεταξωτού, βαμβακερού ή μάλλινου υφάσματος (4)
- Οι ειδήσεις, πληθυντικός αριθμός του νέο (3)
- Κομψός, καλοντυμένος με γούστο, στιλάτος (3)
- (κτητική) δηλώνει έναν κτήτορα αρσενικού ή ουδέτερου γένους (3)
- Που έχει ανοιχτό γαλάζιο χρώμα, σαν του ουρανού (7)
- Χωρίς όρκο, ανορκίστως, ανόρκιστα (7)
- Το να είναι κανείς άμυαλος, ασύνετος, απερίσκεπτος ή επιπόλαιος (7)
- Αντένα τοποθετημένη στο κάτω μέρος του άλμπουρου, περίπου κάθετα σ' αυτό (5)
- Η νέα κοπέλα (3)
- Όρα (3)
- Είδος γλυκού (3)
- Η μονάδα μέτρησης της ισχύος στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων, ίση με 1 τζάουλ ανά δευτερόλεπτο. (3)
- Δύο φορές, διπλά (3)
- (χρονικό επίρρημα) συνεχώς (3)
- (χρονικός) όταν (3)
- Διεγερτικό φυτό με αρχική προέλευση το Κέρας της Αφρικής και την Αραβική Χερσόνησο (3)
- Μουσικό είδος βασισμένο στη ρυθμική απαγγελία (3)
- (+ αιτιατική) εκφράζει χρονική διάρκεια: για (3)
Ορισμοί και πηγές
Οι λέξεις και οι ορισμοί προέρχονται από πηγές με ανοιχτές άδειες και περνούν από αυτοματοποιημένους και συντακτικούς ελέγχους. Τα πλέγματα δημιουργούνται από λογισμικό.
Αν βρεις ασαφή ορισμό ή πιθανό λάθος, στείλε τον τίτλο του σταυρόλεξου και τον αριθμό του ορισμού στο support@quizzja.com. Μπορείς επίσης να χρησιμοποιήσεις την Αναφορά σφάλματος στην εφαρμογή.