Σταυρόλεξο #135438 · Ελληνικά · 15×15 · 2026-09-20
Σταυρόλεξο #135438 · Ελληνικά · 15×15 · 2026-09-20: ελληνικό σταυρόλεξο με 78 ορισμούς σε πλέγμα 15 × 15. Διάβασε τους ορισμούς και παίξε online.
Ελληνικά · 15 × 15 ·
Παίξε αυτό το σταυρόλεξοΔιάβασε τους ορισμούς παρακάτω και άνοιξε το διαδραστικό πλέγμα για να συμπληρώσεις τις απαντήσεις. Οι οριζόντιες και οι κάθετες απαντήσεις μοιράζονται γράμματα στα σημεία όπου διασταυρώνονται. Στο παιχνίδι μπορείς να ελέγξεις τις απαντήσεις και να χρησιμοποιήσεις βοήθειες.
Οριζόντια
- Οτιδήποτε θεωρείται άχρηστο και απορριπτέο (4)
- Είδος κύπελλου με πλατύ στόμιο (4)
- Το άκρο στις εκφράσεις: (5)
- Τρελός (5)
- Με μανία, σαν μανιακός (7)
- Πλήρης η συντροφιά, ολόκληρη η παρέα χωρίς να λείπει κανείς, όλοι παρόντες (7)
- (ειδικός σύνδεσμος) εισάγει δευτερεύουσες προτάσεις μετά από ρήμα λεκτικό, δοξαστικό, αισθήσεως κλπ ή παράγωγό του (3)
- Με άτονο τρόπο (5)
- Κραυγάζω, φωνάζω δυνατά (3)
- Δηλώνει την αιτία (3)
- (με ουσιαστικά) δηλώνει παρομοίωση: όπως, όμοια, σάμπως (3)
- Το σιδερένιο άκρο του αρότρου (3)
- Συνώνυμο του δαφνοκερασιά (3)
- Διατυπώνω προφορικά ή και γραπτά μία λέξη ή φράση (3)
- Ακριβώς, στη μέση, στη φράση: (5)
- Ισχυρός κυματισμός της θάλασσας (5)
- Πάρα πολύ κακά (7)
- Το να επιμένει κάποιος (7)
- Αχρωμάτιστα (5)
- Με επικό τρόπο (5)
- (κτητική) δηλώνει έναν κτήτορα αρσενικού ή ουδέτερου γένους (3)
- Η νέα κοπέλα (3)
- Για καταφατική απάντηση, δείχνει συμφωνία και αποδοχή (3)
- Το σύνολο των διαταραχών που προκαλούνται από βίαιες μεταβολές της κατάστασης του οργανισμού (3)
- Επιφώνημα που χρησιμοποιείται για να εκφράσουμε θαυμασμό, ειρωνεία, ξάφνιασμα (3)
- Ακτινοβολία που εκπέμπει ένα σώμα στο ορατό φάσμα και που διακρίνεται με τον οφθαλμό (3)
- Μόνο (5)
- Αναφορική λέξη που δηλώνει πλήθος ή βαθμό (3)
- Αμυδρός, θαμπός (7)
- Άνθρωπος που μεθάει πίνοντας αλκοολούχα ποτά (7)
- Ο καρπός της μυρτιάς (5)
- Νιώθω πόνο, σωματικό ή ψυχικό (5)
- Το τραγούδι (4)
- Που απουσιάζει από κάπου, π.χ. κάποια συνάθροιση, ενώ θα έπρεπε ή αναμενόταν να είναι εκεί (4)
Κάθετα
- Η χιονοδρομία (3)
- (σύνδεσμος) < (3)
- Είδος σύγχρονης μουσικής με -κατά κανόνα- έντονους ρυθμούς (3)
- Πρόθεση με χρονική ή επιμεριστική/διανεμητική έννοια που αποδίδεται μερικές φορές και με το «κάθε» (3)
- Ένζωος οργανισμός που έχει δυσμορφίες, που έχει ακανόνιστη σωματική διάπλαση (5)
- Διαταγή για σταμάτημα (3)
- Η ευρύτερη οικογένεια στην οποία ανήκει κάποιος (3)
- Ευθεία < ίσια < ίσιος < < (καθιστώ ίσο) < ἴσος (3)
- Που ανεβαίνει (5)
- Κάθε (3)
- Που έχει το χρώμα του άνθους της μολόχας ή της βιολέτας (3)
- Οποιοδήποτε προτέρημα ή ιδιότητα που δίνει υπεροχή σε αυτόν που την έχει (4)
- Βαρβάτο άλογο ιππασίας (3)
- Γενική ονομασία για τα φυτά που έχουν μαλακό βλαστό, σε αντιδιαστολή με τους θάμνους και τα δέντρα (3)
- Με άγιο, ιερό τρόπο (4)
- Περισσότερο (4)
- Χημικό στοιχείο των ευγενών αερίων με ατομικό αριθμό 10 και χημικό σύμβολο το Ne (4)
- Το πίσω και κάτω μέρος του κρανίου (4)
- Η κίνηση που εξασφαλίζει την επιτυχία έναντι ενός αντιπάλου (3)
- Επιφώνημα μεγάλου κεφιού (3)
- Η ενέργεια της ώθησης (3)
- Νηπιακή λέξη που χρησιμοποιείται για να δηλώσει την εμφάνιση κάποιου προσώπου (3)
- Κομψός, καλοντυμένος με γούστο, στιλάτος (3)
- Δυσάρεστη έκπληξη, στεναχώρια (4)
- Διεγερτικό φυτό με αρχική προέλευση το Κέρας της Αφρικής και την Αραβική Χερσόνησο (3)
- Συγκεχυμένος, ακαθόριστος ή υπόκωφος ήχος (4)
- Η ύπαρξης ψυχρών θερμοκρασιών σε μια περιοχή ή θερμοκρασιών κατώτερων από τις συνηθισμένες ή ανεκτές σε μια περιοχή (4)
- (+ αιτιατική) εκφράζει χρονική διάρκεια: για (3)
- Ήδη (3)
- Αριθμητικό που δηλώνει τη μονάδα ενός είδους (4)
- Αναφέρομαι σε κάτι, σχετίζομαι με κάτι (5)
- Ασθένεια που οφείλεται σε προσβολή του οργανισμού από ιό (4)
- Με τρόπο καυτό (5)
- (χρονικό επίρρημα) συνεχώς (3)
- Με ποια μέθοδο, κάνοντας ποια συγκεκριμένα πράγματα (3)
- Σάλτσα που συνοδεύει συνήθως σαλάτες (3)
- Πριν από (3)
- (χρονικός) όταν (3)
- Το ποντίκι (3)
- Στρατιωτικό πρόσταγμα που σηματοδοτεί την εκτέλεση της κίνησης με το όπλο, ως καταληκτικό σκέλος του παραγγέλματος (3)
- Εκφράζει έκπληξη, συχνά και με ειρωνική διάθεση (3)
- Είδος ψυχαγωγικής μουσικής (ρυθμική, εύκολη στο άκουσμα, συχνά με στοιχεία ηλεκτρονικής) κυρίως της δεκαετίας του 1964 (3)
- (εκφράζει ταυτόχρονο γεγονός) καθώς, όσο (3)
- Επιτατικό αρνητικό μόριο (3)
Ορισμοί και πηγές
Οι λέξεις και οι ορισμοί προέρχονται από πηγές με ανοιχτές άδειες και περνούν από αυτοματοποιημένους και συντακτικούς ελέγχους. Τα πλέγματα δημιουργούνται από λογισμικό.
Αν βρεις ασαφή ορισμό ή πιθανό λάθος, στείλε τον τίτλο του σταυρόλεξου και τον αριθμό του ορισμού στο support@quizzja.com. Μπορείς επίσης να χρησιμοποιήσεις την Αναφορά σφάλματος στην εφαρμογή.