Σταυρόλεξο #135477 · Ελληνικά · 15×15 · 2026-09-20
Σταυρόλεξο #135477 · Ελληνικά · 15×15 · 2026-09-20: ελληνικό σταυρόλεξο με 88 ορισμούς σε πλέγμα 15 × 15. Διάβασε τους ορισμούς και παίξε online.
Ελληνικά · 15 × 15 ·
Παίξε αυτό το σταυρόλεξοΔιάβασε τους ορισμούς παρακάτω και άνοιξε το διαδραστικό πλέγμα για να συμπληρώσεις τις απαντήσεις. Οι οριζόντιες και οι κάθετες απαντήσεις μοιράζονται γράμματα στα σημεία όπου διασταυρώνονται. Στο παιχνίδι μπορείς να ελέγξεις τις απαντήσεις και να χρησιμοποιήσεις βοήθειες.
Οριζόντια
- Δηλώνει (3)
- (χρονικός) όταν (3)
- Η κίνηση που εξασφαλίζει την επιτυχία έναντι ενός αντιπάλου (3)
- Επαγγελματίας αρχιμάγειρας που διευθύνει μια κουζίνα (3)
- Χώρος ή διάδρομος που βρίσκεται μεταξύ κυρίων δωματίων, ή αμέσως μετά την είσοδο κατοικίας, οικοδομής κ.λπ. (3)
- Ονομασία τυριού (7)
- Η έξοδος με σκοπό τη διασκέδαση ή το φαγητό (3)
- (ειδικός σύνδεσμος) εισάγει δευτερεύουσες προτάσεις μετά από ρήμα λεκτικό, δοξαστικό, αισθήσεως κλπ ή παράγωγό του (3)
- Που συγκροτείται από σύνολο είκοσι μελών (11)
- Το σύνολο των διαταραχών που προκαλούνται από βίαιες μεταβολές της κατάστασης του οργανισμού (3)
- (εκφράζει ταυτόχρονο γεγονός) καθώς, όσο (3)
- Πρόθεση με χρονική ή επιμεριστική/διανεμητική έννοια που αποδίδεται μερικές φορές και με το «κάθε» (3)
- Η μονάδα μέτρησης της έντασης του ηλεκτρικού ρεύματος στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων S.I. (5)
- Το ζιζάνιο, είδος λολίου, που φυτρώνει ανάμεσα στα δημητριακά (3)
- Ο πάνω όροφος (4)
- Βαρβάτο άλογο ιππασίας (3)
- Το ψηφίο 6 (3)
- (λόγιο) που βρίσκεται στην άκρη, στο τελευταίο τοπικά τμήμα ενός συνόλου (5)
- Το ένα εικοστό τέταρτο του ημερονυκτίου, χρονικό διάστημα ίσο με 60 λεπτά (3)
- Δύο φορές, διπλά (3)
- Σύνολο μερικών αντικειμένων ή προσώπων (5)
- Νηπιακή λέξη που χρησιμοποιείται για να δηλώσει την εμφάνιση κάποιου προσώπου (3)
- Χορδή (5)
- Διαταγή για σταμάτημα (3)
- Εξακολουθητικός, ακαθόριστος, συγκεχυμένος ή υπόκωφος θόρυβος (3)
- Μεγαλοπρεπές κτήριο, παλάτι, για σουλτάνο ή πασά (5)
- Για καταφατική απάντηση, δείχνει συμφωνία και αποδοχή (3)
- Είδος γλυκού (3)
- Λεπτό διάφανο δικτυωτό κάλυμμα του καπέλου ή/και του προσώπου μιας γυναίκας (4)
- Μετακινούμαι προς έναν τόπο ή έναν προορισμό (3)
- Το διώξιμο ενός ενοικιαστή από το ακίνητο που νοικιάζει (5)
- Το ποντίκι (3)
- Η άνοιξη (3)
- Πριν από (3)
- Που πρέπει να εφαρμοστεί (11)
- Ηλεκτρικά φορτισμένο άτομο ή μόριο (3)
- Κάθε (3)
- Αστάθεια, μη σταθερότητα (7)
- (χρονικό επίρρημα) συνεχώς (3)
- Η κλωστή (3)
- Αντιλαμβάνομαι με το νου (3)
- Σύνδεσμος που εισάγει μια προϋπόθεση, συνώνυμος του «αν» (3)
- Σάλτσα που συνοδεύει συνήθως σαλάτες (3)
Κάθετα
- Συγκεχυμένος, ακαθόριστος ή υπόκωφος ήχος (4)
- Κάθε τι που πίνεται (εκτός ίσως από το νερό και το γάλα)· λέγεται κυρίως για τα αναψυκτικά και τα οινοπνευματώδη (4)
- Κατά τρόπο ολικό (5)
- Ισοδύναμο με την προστακτική πήγαινε (3)
- Συνώνυμο του δαφνοκερασιά (3)
- Το τμήμα άτακτου ή τακτικού στρατού (6)
- Με ορισμένο τρόπο, με διαμεσολάβηση προσώπου ή οργάνου (4)
- Επιφώνημα μεγάλου κεφιού (3)
- Το δέρμα, το πετσί (6)
- Εξάρτημα που προσαρμόζεται στη ράχη αλόγου κι έχει τέτοιο σχήμα και μορφή, ώστε να μπορεί να κάθεται σε αυτό ο αναβάτης (4)
- Συνήθεια που αποκτήθηκε με την επανάληψη μιας πράξης ή με τη συνεχή επίδραση του ίδιου παράγοντα (3)
- Ακτινοβολία που εκπέμπει ένα σώμα στο ορατό φάσμα και που διακρίνεται με τον οφθαλμό (3)
- Του (3)
- Το απόλυτο αριθμητικό (1) που ακολουθεί το μηδέν και προηγείται του δύο (3)
- Στρατιωτικό εμβατήριο κατάλληλο να συνοδεύσει παρέλαση (4)
- Το φύσημα αέρα (4)
- (τοπικά) μέχρι ένα ορισμένο σημείο (3)
- Το έβδομο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (η, κεφαλαίο: Η). (3)
- (σύνδεσμος) < (3)
- Το κάθισμα, η θέση, η βάση (4)
- Οινοπνευματώδες ποτό (4)
- Ευθεία < ίσια < ίσιος < < (καθιστώ ίσο) < ἴσος (3)
- Για να δηλώσει ότι ο όρος ή η πρόταση που ακολουθεί, υποδεικνύει οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό που προαναφέρθηκε (4)
- (σε θέση ουσιαστικού ουδέτερου γένους) κάποιο πράγμα ή γεγονός (4)
- Η ενέργεια της ώθησης (3)
- Επιτατικό αρνητικό μόριο (3)
- (κτητική) δηλώνει έναν κτήτορα αρσενικού ή ουδέτερου γένους (3)
- Λέω ή παρακινώ κάποιον να έρθει κάπου, συνήθως σε κλειστό χώρο, ή προτρέπω κάποιον σε μια ενέργεια (4)
- Μια προϋπόθεση, μια κατάσταση για να ληφθεί μια απόφαση (4)
- Κραυγάζω, φωνάζω δυνατά (3)
- Συνουσία, ερωτική επαφή (3)
- Κιβώτιο ταχυτήτων (6)
- Επί πιστώσει (6)
- Φωτιά (3)
- Που δεν χαρακτηρίζεται από ή δεν προκαλεί πολύ έντονες ή ακραίες αντιδράσεις (5)
- Η μητέρα, γυναίκα που έχει γίνει γονιός, που έχει δηλαδή αποκτήσει ένα ή περισσότερα παιδιά ή που έχει υιοθετήσει (4)
- Για δήλωση παραχώρησης ή συγκατάθεσης (4)
- Βόλτα (3)
- Μια επίπεδη επιφάνεια (π.χ. ένα κομμάτι χαρτί) τυλιγμένο έτσι ώστε να πάρει κυλινδρικό σχήμα (4)
- Ο γάιδαρος (4)
- (+ αιτιατική) εκφράζει χρονική διάρκεια: για (3)
- Οπαδός, υποστηρικτής (3)
- Αναφορική λέξη που δηλώνει πλήθος ή βαθμό (3)
- Π.χ., φερειπείν, που λέει ο λόγος (3)
- (με ουσιαστικά) δηλώνει παρομοίωση: όπως, όμοια, σάμπως (3)
Ορισμοί και πηγές
Οι λέξεις και οι ορισμοί προέρχονται από πηγές με ανοιχτές άδειες και περνούν από αυτοματοποιημένους και συντακτικούς ελέγχους. Τα πλέγματα δημιουργούνται από λογισμικό.
Αν βρεις ασαφή ορισμό ή πιθανό λάθος, στείλε τον τίτλο του σταυρόλεξου και τον αριθμό του ορισμού στο support@quizzja.com. Μπορείς επίσης να χρησιμοποιήσεις την Αναφορά σφάλματος στην εφαρμογή.