Σταυρόλεξο #135480 · Ελληνικά · 15×15 · 2026-09-20
Σταυρόλεξο #135480 · Ελληνικά · 15×15 · 2026-09-20: ελληνικό σταυρόλεξο με 82 ορισμούς σε πλέγμα 15 × 15. Διάβασε τους ορισμούς και παίξε online.
Ελληνικά · 15 × 15 ·
Παίξε αυτό το σταυρόλεξοΔιάβασε τους ορισμούς παρακάτω και άνοιξε το διαδραστικό πλέγμα για να συμπληρώσεις τις απαντήσεις. Οι οριζόντιες και οι κάθετες απαντήσεις μοιράζονται γράμματα στα σημεία όπου διασταυρώνονται. Στο παιχνίδι μπορείς να ελέγξεις τις απαντήσεις και να χρησιμοποιήσεις βοήθειες.
Οριζόντια
- Μετακινούμαι προς έναν τόπο ή έναν προορισμό (3)
- Συμφωνώ συνεχώς (3)
- Διεγερτικό φυτό με αρχική προέλευση το Κέρας της Αφρικής και την Αραβική Χερσόνησο (3)
- Πολύ σημαντικός στον επαγγελματικό τομέα του (4)
- Η ευρύτερη οικογένεια στην οποία ανήκει κάποιος (3)
- Βόλτα (3)
- Με δόλιο τρόπο, με δόλο (5)
- Η μεταβίβαση (4)
- Είδος ψυχαγωγικής μουσικής (ρυθμική, εύκολη στο άκουσμα, συχνά με στοιχεία ηλεκτρονικής) κυρίως της δεκαετίας του 1964 (3)
- Το απόλυτο αριθμητικό (1) που ακολουθεί το μηδέν και προηγείται του δύο (3)
- Δηλώνει το β' ενικό πρόσωπο στην επικοινωνία, αυτός στον οποίο απευθύνεται κάποιος (3)
- Τρύπα (3)
- Η θήκη με εργαλεία για διάφορες εργασίες καθώς και το σύνολο εργαλείων για μια εργασία (3)
- Το δέμα (4)
- (για τόπο) που μπορεί κανείς να τον διαβεί (5)
- Ισοδύναμο με την προστακτική πήγαινε (3)
- Το σιδερένιο άκρο του αρότρου (3)
- Ψευτοπαλικαράς, παλικαράς που κάνει τον σπουδαίο, τον νταή (6)
- (αρχαιοπρεπές) το δοιάκι, η λαγουδέρα, η λαβή του πηδαλίου (4)
- Φιλική συντροφιά, ομάδα φίλων (5)
- (με ουσιαστικά) δηλώνει παρομοίωση: όπως, όμοια, σάμπως (3)
- Με τρανότητα (5)
- Οι ειδήσεις, πληθυντικός αριθμός του νέο (3)
- Το τσάι (5)
- Άρμα μάχης (4)
- Η κατάσταση (βαθέος) ύπνου που καταλαμβάνει κάποιον (6)
- Αναφορική λέξη που δηλώνει πλήθος ή βαθμό (3)
- Αρνητικό μόριο που τίθεται πριν από ρηματικό τύπο οριστικής έγκλισης (3)
- Ψάρι το οποίο ανήκει στην οικογένεια των περκοειδών και, ειδικότερα, των σερρενιδών (5)
- Ασαφής, απροσδιόριστος, αβέβαιος, θολός (4)
- (ειδικός σύνδεσμος) εισάγει δευτερεύουσες προτάσεις μετά από ρήμα λεκτικό, δοξαστικό, αισθήσεως κλπ ή παράγωγό του (3)
- Επιφώνημα μεγάλου κεφιού (3)
- Επιφώνημα αηδίας (3)
- Που έχει το χρώμα του άνθους της μολόχας ή της βιολέτας (3)
- Σύνδεσμος που δηλώνει αντίθεση (3)
- Καθολικός ιερέας, πνευματικός πατέρας, ηγούμενος, ανώτερος μοναχός σε αβαείο (4)
- Βγάζω τα ρούχα κάποιου, τον ξεντύνω (5)
- (χρονικός) όταν (3)
- Οπαδός, υποστηρικτής (3)
- Προεξοχή που σχηματίζει γωνία (4)
- Προσφώνηση σε νεαρή κοπέλα (3)
- Το έβδομο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (η, κεφαλαίο: Η). (3)
- Η κλωστή (3)
Κάθετα
- Οι άνθρωποι που υποστηρίζουν κάποιον με σκοπό να τους ανταποδώσει διάφορες εξυπηρετήσεις (8)
- Βαρβάτο άλογο ιππασίας (3)
- Το ένα εικοστό τέταρτο του ημερονυκτίου, χρονικό διάστημα ίσο με 60 λεπτά (3)
- Ευθεία < ίσια < ίσιος < < (καθιστώ ίσο) < ἴσος (3)
- Σάλτσα που συνοδεύει συνήθως σαλάτες (3)
- Π.χ., φερειπείν, που λέει ο λόγος (3)
- < < υποκοριστικό για την < caput < *kauput-, *káput (6)
- Που είναι σε αντίθεση με τη λογική (6)
- Ο τάπητας μόνο στην έκφραση θέτω επί τάπητος (5)
- Που μένει με τις ίδιες ιδιότητες ή στην ίδια κατάσταση χωρίς σημαντικές αλλαγές (7)
- Σχολικός βαθμός· στο δημοτικό σχολείο είναι το άριστα, ενώ στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι η βάση (4)
- Παχύρρευστο λευκόχρωμο υγρό που δημιουργείται σε σημεία του σώματος που φλεγμαίνουν (3)
- Σύνδεσμος που εισάγει μια προϋπόθεση, συνώνυμος του «αν» (3)
- Η χιονοδρομία (3)
- Η μπουνιά (3)
- Ανάλογα με τον τρόπο που λέγεται δηλώνει αντίστοιχα βρισιά, περιφρόνηση, θαυμασμό αλλά και οικειότητα όπως (3)
- Αραιά (5)
- Επιτατικό αρνητικό μόριο (3)
- (σύνδεσμος) < (3)
- Σπηλιά, σπήλαιο, κοιλότητα σε βράχο (5)
- Κάθε (3)
- Αόριστη αντωνυμία (3)
- (για υγρά) η κίνηση προς μια κατεύθυνση και η ποσότητα του υγρού που ρέει (3)
- Βαθύτερα, στα βάθη της ανθρώπινης συνείδησης, του νου, της ψυχής (8)
- Η πιο απλή ένωση της ομάδας των κετονών· άχρωμο, εύφλεκτο υγρό, με χημικό τύπο CH₃COCH₃ (7)
- (τοπικά) μέχρι ένα ορισμένο σημείο (3)
- (κτητική) δηλώνει έναν κτήτορα αρσενικού ή ουδέτερου γένους (3)
- Λεπτή σμίλη, εργαλείο του ξυλουργού και του λιθοξόου (6)
- Τροπικό φυτό καταγόμενο από την Νότια Αμερική (6)
- (χρονικό επίρρημα) συνεχώς (3)
- Είδος γλυκού (3)
- Πλένω το πρόσωπο ή/και τα χέρια μου με νερό (4)
- Κτήριο με θερμά λουτρά και το σωματικό πλύσιμο σ’ αυτά (5)
- Ρευματολήπτης, αρσενικός παραλήπτης ηλεκτρικού ρεύματος ο οποίος προσαρμόζεται σε πρίζα ηλεκτροδότησης-ηλεκτροδοσίας (3)
- Μία από τις πέντε αισθήσεις (3)
- Η μονάδα μέτρησης της ισχύος στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων, ίση με 1 τζάουλ ανά δευτερόλεπτο. (3)
- Πρόθεση με χρονική ή επιμεριστική/διανεμητική έννοια που αποδίδεται μερικές φορές και με το «κάθε» (3)
- Πράσινο φυτό που χρησιμοποιείται ως στολισμός κυρίως τα Χριστούγεννα (3)
- (τίτλος ευγενείας) στην Ισπανία (3)
Ορισμοί και πηγές
Οι λέξεις και οι ορισμοί προέρχονται από πηγές με ανοιχτές άδειες και περνούν από αυτοματοποιημένους και συντακτικούς ελέγχους. Τα πλέγματα δημιουργούνται από λογισμικό.
Αν βρεις ασαφή ορισμό ή πιθανό λάθος, στείλε τον τίτλο του σταυρόλεξου και τον αριθμό του ορισμού στο support@quizzja.com. Μπορείς επίσης να χρησιμοποιήσεις την Αναφορά σφάλματος στην εφαρμογή.