Σταυρόλεξο #135807 · Ελληνικά · 15×15 · 2026-09-20
Σταυρόλεξο #135807 · Ελληνικά · 15×15 · 2026-09-20: ελληνικό σταυρόλεξο με 88 ορισμούς σε πλέγμα 15 × 15. Διάβασε τους ορισμούς και παίξε online.
Ελληνικά · 15 × 15 ·
Παίξε αυτό το σταυρόλεξοΔιάβασε τους ορισμούς παρακάτω και άνοιξε το διαδραστικό πλέγμα για να συμπληρώσεις τις απαντήσεις. Οι οριζόντιες και οι κάθετες απαντήσεις μοιράζονται γράμματα στα σημεία όπου διασταυρώνονται. Στο παιχνίδι μπορείς να ελέγξεις τις απαντήσεις και να χρησιμοποιήσεις βοήθειες.
Οριζόντια
- Οι ειδήσεις, πληθυντικός αριθμός του νέο (3)
- Δύο φορές, διπλά (3)
- Όταν ένα ιστιοπλοΐκό πλοίο που είναι όρτσα αλλάζει πλεύση και γίνεται από αριστερίνεμο δεξίνεμο ή αντίστροφα (3)
- Μία από τις πέντε αισθήσεις (3)
- Σύνδεσμος που εισάγει μια προϋπόθεση, συνώνυμος του «αν» (3)
- Ξαναχτίζω, ανοικοδομώ (7)
- Ως αιτιολογικός σύνδεσμος εισάγει νέα πρόταση και παίρνει την έννοια του καθώς είναι. (3)
- Όρα (3)
- Ύφασμα ή ειδικό χαρτί που μοιάζει με το μαροκινό δέρμα (7)
- Η νέα κοπέλα (3)
- Ευθεία < ίσια < ίσιος < < (καθιστώ ίσο) < ἴσος (3)
- Πρόθεση με χρονική ή επιμεριστική/διανεμητική έννοια που αποδίδεται μερικές φορές και με το «κάθε» (3)
- Επιφώνημα που χρησιμοποιείται για να εκφράσουμε θαυμασμό, ειρωνεία, ξάφνιασμα (3)
- Ζήτω, μπράβο (3)
- Νηπιακή λέξη που χρησιμοποιείται για να δηλώσει την εμφάνιση κάποιου προσώπου (3)
- (με ουσιαστικά) δηλώνει παρομοίωση: όπως, όμοια, σάμπως (3)
- Βαρβάτο άλογο ιππασίας (3)
- Γενική ονομασία για τα φυτά που έχουν μαλακό βλαστό, σε αντιδιαστολή με τους θάμνους και τα δέντρα (3)
- Προσφώνηση σε νεαρή κοπέλα (3)
- Που δηλώνει τα βασικά, τα ουσιαστικά στοιχεία ή συστατικά· που είναι εύκολος στη χρήση ή στην κατανόηση (5)
- Ποώδες εύχυμο φυτό με φαρμακευτικές και αρωματικές ιδιότητες (4)
- Ολότελα, εντελώς (4)
- (τοπικά) μέχρι ένα ορισμένο σημείο (3)
- (ουσιαστικό) < shoot (4)
- Η ανθρώπινη ζωή (4)
- (χωρίς άρθρο) ολομόναχος, δίχως συντροφιά ή βοήθεια· δείτε και την αντωνυμία παρακάτω (5)
- Η ξυλιά, η χειροδικία (3)
- Ο αέρας (3)
- Μέσα (3)
- Ηλεκτρικά φορτισμένο άτομο ή μόριο (3)
- Επιτατικό αρνητικό μόριο (3)
- (σύνδεσμος) < (3)
- Η πέμπτη νότα στην κλίμακα του ντο (3)
- Η παραμικρή κουβέντα, συντομότατος λόγος ή ήχος (3)
- Δηλώνει την αιτία (3)
- Είδος ψυχαγωγικής μουσικής (ρυθμική, εύκολη στο άκουσμα, συχνά με στοιχεία ηλεκτρονικής) κυρίως της δεκαετίας του 1964 (3)
- Η θύελλα, ισχυρός άνεμος με βροχή, ανεμοστρόβιλος (7)
- Φωτιά (3)
- Επιφώνημα μεγάλου κεφιού (3)
- Αμοιβαία, ο καθένας για τον άλλον, μεταξύ σας, μόνον στις πλάγιες πτώσεις του πληθυντικού (7)
- Δηλώνει (3)
- Αντιλαμβάνομαι με το νου (3)
- Σε + το () (3)
- Συμφωνώ συνεχώς (3)
- Το σύνολο των διαταραχών που προκαλούνται από βίαιες μεταβολές της κατάστασης του οργανισμού (3)
Κάθετα
- Πρόσφατο γεγονός που το πληροφορούμαστε· η είδηση, το μαντάτο (3)
- Η άνοιξη (3)
- Ο πάνω όροφος (4)
- Η αγελάδα νεαρής ηλικίας που δεν έχει γεννήσει ακόμα (6)
- Η κλωστή (3)
- Οτιδήποτε θεωρείται άχρηστο και απορριπτέο (4)
- (ουσιαστικό) < (4)
- Ισοδύναμο με την προστακτική πήγαινε (3)
- Το επάνω μέρος που έχει κωνοειδές σχήμα (5)
- Με αγνότητα (4)
- Το φαγητό (3)
- Το ζιζάνιο, είδος λολίου, που φυτρώνει ανάμεσα στα δημητριακά (3)
- (τίτλος ευγενείας) στην Ισπανία (3)
- Σάλτσα που συνοδεύει συνήθως σαλάτες (3)
- Ο ιερέας της χριστιανικής θρησκείας, ο κληρικός (5)
- Το απόλυτο αριθμητικό (1) που ακολουθεί το μηδέν και προηγείται του δύο (3)
- Αόριστη αντωνυμία (3)
- Κυριεύω, καταλαμβάνω, κατακτώ (5)
- Επίρρημα που χρησιμοποιείται για να δηλώσει μέγεθος, ποσότητα ή ένταση, είτε απόλυτα είτε συγκριτικά ή συμπερασματικά (4)
- Τα πάντα, το σύνολο, η ολότητα (4)
- Το αποτέλεσμα μιας βολής που έστειλε την μπάλα εκτός ορίων (4)
- Αρχαία μονάδα μέτρησης της μάζας και νόμισμα που υποδιαιρείτο σε 100 δραχμές (3)
- Φυλλοβόλο δέντρο του γένους Salix με μακρόστενα φύλλα που φυτρώνει κυρίως κοντά σε ποτάμια ή λίμνες (4)
- Διακοσμητική ταινία με φυτικά μοτίβα σε ανάγλυφη ή γραπτή μορφή στη στέψη ενός τοίχου ή την οροφή ενός ναού (4)
- Το όργανο ούρησης και συνουσίας στα αρσενικά θηλαστικά, ορισμένα πτηνά και άλλα ζώα (4)
- Το έβδομο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (η, κεφαλαίο: Η). (3)
- < < / parricus < *parrik (περικλείω) < *parrukaz (περικλείω, περιφράσσω) < *(s)par- (5)
- Σύνδεσμος που δηλώνει αντίθεση (3)
- Ναυτικό παράγγελμα για ανάστροφη κωπηλάτηση ώστε να ανακοπεί η πορεία του σκάφους (3)
- Αυτό που χρησιμεύει στην εκτέλεση μιας εργασίας (6)
- Για καταφατική απάντηση, δείχνει συμφωνία και αποδοχή (3)
- Αλλαντικό (5)
- Προκαλώ τον διαχωρισμό ενός αντικειμένου σε δύο ή περισσότερα κομμάτια (4)
- Το χιλιόγραμμο, μονάδα μέτρησης της μάζας, που χρησιμοποιείται όμως στη καθημερινή ζωή ως μονάδα του βάρους (4)
- Λόχος από τεθωρακισμένα (3)
- Πολύ κακή, πολύ άθλια ή εξαθλιωμένη κατάσταση (4)
- Όλοι, όλα όμως με πιο τονισμένη την έννοια του μηδενός εξαιρουμένου, όλοι ανεξαιρέτως (4)
- Κάθε (3)
- (χρονικό επίρρημα) συνεχώς (3)
- Διαταγή για σταμάτημα (3)
- Με ποια μέθοδο, κάνοντας ποια συγκεκριμένα πράγματα (3)
- Συνήθως σε εκφράσεις: (3)
- Είδος σύγχρονης μουσικής με -κατά κανόνα- έντονους ρυθμούς (3)
Ορισμοί και πηγές
Οι λέξεις και οι ορισμοί προέρχονται από πηγές με ανοιχτές άδειες και περνούν από αυτοματοποιημένους και συντακτικούς ελέγχους. Τα πλέγματα δημιουργούνται από λογισμικό.
Αν βρεις ασαφή ορισμό ή πιθανό λάθος, στείλε τον τίτλο του σταυρόλεξου και τον αριθμό του ορισμού στο support@quizzja.com. Μπορείς επίσης να χρησιμοποιήσεις την Αναφορά σφάλματος στην εφαρμογή.