Σταυρόλεξο #135907 · Ελληνικά · 15×15 · 2026-09-20
Σταυρόλεξο #135907 · Ελληνικά · 15×15 · 2026-09-20: ελληνικό σταυρόλεξο με 82 ορισμούς σε πλέγμα 15 × 15. Διάβασε τους ορισμούς και παίξε online.
Ελληνικά · 15 × 15 ·
Παίξε αυτό το σταυρόλεξοΔιάβασε τους ορισμούς παρακάτω και άνοιξε το διαδραστικό πλέγμα για να συμπληρώσεις τις απαντήσεις. Οι οριζόντιες και οι κάθετες απαντήσεις μοιράζονται γράμματα στα σημεία όπου διασταυρώνονται. Στο παιχνίδι μπορείς να ελέγξεις τις απαντήσεις και να χρησιμοποιήσεις βοήθειες.
Οριζόντια
- Οπαδός, υποστηρικτής (3)
- Η μονάδα μέτρησης της ισχύος στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων, ίση με 1 τζάουλ ανά δευτερόλεπτο. (3)
- Η χιονοδρομία (3)
- Η ελπίδα (5)
- Έχοντας ξοδέψει όλα μου τα χρήματα, είμαι πλέον άφραγκος, χωρίς φράγκο (4)
- Κάθε (3)
- Που είχε πολεμήσει στο παρελθόν, που είχε υπηρετήσει στο στρατό σε περίοδο πολέμου και είχε συμμετάσχει σε μάχες (10)
- Άκρο του σώματος ανθρώπων ή ζώων που χρησιμεύει στη στήριξη και στο βάδισμα (4)
- Ευθεία < ίσια < ίσιος < < (καθιστώ ίσο) < ἴσος (3)
- Αλίμονο, δυστυχώς (3)
- Κατά τη διάρκεια της μέρας που έρχεται μετά από τη σημερινή (5)
- (τίτλος ευγενείας) στην Ισπανία (3)
- Το τελευταίο σημείο, το έσχατο σημείο (4)
- Αρνητικό μόριο που τίθεται πριν από ρηματικό τύπο οριστικής έγκλισης (3)
- Αυτός που φτιάχνει στάμνες και γενικότερα πήλινα αγγεία (7)
- Επιβλέπω την εφαρμογή (4)
- Του (3)
- Ήδη (3)
- Επιφώνημα μεγάλου κεφιού (3)
- (αμετάβατο) έχω την αίσθηση της ακοής (5)
- Ηλεκτρικά φορτισμένο άτομο ή μόριο (3)
- Είδος γλυκίσματος (3)
- Δηλώνει: (3)
- Το κάθισμα, η θέση, η βάση (4)
- Είδος σάκου, κυρίως από πλαστικό, χαρτί ή ύφασμα, με τον οποίο μεταφέρουμε ή αποθηκεύουμε διάφορα πράγματα (7)
- (συμπλεκτικός σύνδεσμος, συντακτικό) συνδέει κατά παράταξη όμοιες προτάσεις ή όμοιους όρους πρότασης (3)
- Αξιώνω, ζητώ (4)
- (με ουσιαστικά) δηλώνει παρομοίωση: όπως, όμοια, σάμπως (3)
- Ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου ή τα διάφορα (έμφυτα) χαρακτηριστικά του (5)
- Που έχει το χρώμα του άνθους της μολόχας ή της βιολέτας (3)
- Επαγγελματίας αρχιμάγειρας που διευθύνει μια κουζίνα (3)
- Άνθρωπος που λέει κακίες εις βάρος άλλων, ερήμην τους (4)
- Καταβάλλω μάταιους κόπους, ο κόπος μου πάει χαμένος, δεν φέρνει αποτέλεσμα, κοπιάζω άδικα (10)
- Η πέμπτη νότα στην κλίμακα του ντο (3)
- Με αυτόν τον τρόπο (4)
- Το υλικό με το οποίο καλύπτονται συνήθως οι εσωτερικοί και εξωτερικοί τοίχοι των κτηρίων και τα ταβάνια (5)
- Αναφορική λέξη που δηλώνει πλήθος ή βαθμό (3)
- Ναυτικό παράγγελμα για ανάστροφη κωπηλάτηση ώστε να ανακοπεί η πορεία του σκάφους (3)
- Με ποια μέθοδο, κάνοντας ποια συγκεκριμένα πράγματα (3)
Κάθετα
- Η λάμψη από το μηχανισμό της φωτογραφικής μηχανής (4)
- Με απλό τρόπο (4)
- Η νέα κοπέλα (3)
- Επιφώνημα που δηλώνει λύπη, θλίψη, απογοήτευση κ.ά. (3)
- Δηλώνει (3)
- Αόριστη αντωνυμία (3)
- Οποιοδήποτε άθλημα (4)
- Μικρή κάδη (4)
- Το πίσω και κάτω μέρος του κρανίου (4)
- (+ αιτιατική) εκφράζει χρονική διάρκεια: για (3)
- Είδος λεπτού μεταξωτού υφάσματος (5)
- Το δέκατο ένατο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (τ, κεφαλαίο: Τ). (3)
- Σύνδεσμος που δηλώνει αντίθεση (3)
- Πύο (4)
- Στρατιωτικό πρόσταγμα που σηματοδοτεί την εκτέλεση της κίνησης με το όπλο, ως καταληκτικό σκέλος του παραγγέλματος (3)
- Μπορώ να κάνω κάτι που το ήθελα από καιρό (3)
- Οποιοδήποτε προτέρημα ή ιδιότητα που δίνει υπεροχή σε αυτόν που την έχει (4)
- Κατασκευάζω, φτιάχνω, δημιουργώ (4)
- Ότι χωράει στην χούφτα ενός ανθρώπου, πολύ μικρή ποσότητα (5)
- Βαρύ, γυαλιστερό ύφασμα πολύ μεγάλης αντοχής, που χρησιμοποιείται για ταπετσαρίες, καλύμματα επίπλων και κουρτίνες (5)
- Το αχλάδι (5)
- Ο κύριος (4)
- Όταν ένα ιστιοπλοΐκό πλοίο που είναι όρτσα αλλάζει πλεύση και γίνεται από αριστερίνεμο δεξίνεμο ή αντίστροφα (3)
- Το καρφί (4)
- Πρόθεση με χρονική ή επιμεριστική/διανεμητική έννοια που αποδίδεται μερικές φορές και με το «κάθε» (3)
- Το αποτέλεσμα μιας βολής που έστειλε την μπάλα εκτός ορίων (4)
- Παλιότερη μορφή του κυλάω (4)
- Σύνδεσμος που εισάγει μια προϋπόθεση, συνώνυμος του «αν» (3)
- (+ γενική) εναντίον (4)
- Π.χ., φερειπείν, που λέει ο λόγος (3)
- Μια λωρίδα στεριάς που προεξέχει προς τη θάλασσα (5)
- Η ευρύτερη οικογένεια στην οποία ανήκει κάποιος (3)
- (ερωτηματικό) ποια είναι η τιμή (4)
- Συγκεχυμένος, ακαθόριστος ή υπόκωφος ήχος (4)
- Κυλινδρική κατασκευή που χρησιμοποιείται για αποθήκευση χύδην στερεών υλικών (δημητριακών, χαλικιών κτλ.) και τροφοδοσία (4)
- Συνώνυμο του δαφνοκερασιά (3)
- Βρίσκομαι σε λανθάνουσα κατάσταση, εξελίσσομαι κρυφά (4)
- Αριθμητικό που δηλώνει τη μονάδα ενός είδους (4)
- Ακτινοβολία που εκπέμπει ένα σώμα στο ορατό φάσμα και που διακρίνεται με τον οφθαλμό (3)
- Τρόπος βαψίματος των μαλλιών με ανταύγειες (3)
- Βαρβάτο άλογο ιππασίας (3)
- Νηπιακή λέξη που χρησιμοποιείται για να δηλώσει την εμφάνιση κάποιου προσώπου (3)
- Είδος ψυχαγωγικής μουσικής (ρυθμική, εύκολη στο άκουσμα, συχνά με στοιχεία ηλεκτρονικής) κυρίως της δεκαετίας του 1964 (3)
Ορισμοί και πηγές
Οι λέξεις και οι ορισμοί προέρχονται από πηγές με ανοιχτές άδειες και περνούν από αυτοματοποιημένους και συντακτικούς ελέγχους. Τα πλέγματα δημιουργούνται από λογισμικό.
Αν βρεις ασαφή ορισμό ή πιθανό λάθος, στείλε τον τίτλο του σταυρόλεξου και τον αριθμό του ορισμού στο support@quizzja.com. Μπορείς επίσης να χρησιμοποιήσεις την Αναφορά σφάλματος στην εφαρμογή.