Σταυρόλεξο #135936 · Ελληνικά · 15×15 · 2026-09-20
Σταυρόλεξο #135936 · Ελληνικά · 15×15 · 2026-09-20: ελληνικό σταυρόλεξο με 82 ορισμούς σε πλέγμα 15 × 15. Διάβασε τους ορισμούς και παίξε online.
Ελληνικά · 15 × 15 ·
Παίξε αυτό το σταυρόλεξοΔιάβασε τους ορισμούς παρακάτω και άνοιξε το διαδραστικό πλέγμα για να συμπληρώσεις τις απαντήσεις. Οι οριζόντιες και οι κάθετες απαντήσεις μοιράζονται γράμματα στα σημεία όπου διασταυρώνονται. Στο παιχνίδι μπορείς να ελέγξεις τις απαντήσεις και να χρησιμοποιήσεις βοήθειες.
Οριζόντια
- Ιερό ποτό (4)
- Με ποια μέθοδο, κάνοντας ποια συγκεκριμένα πράγματα (3)
- Αξιώνω, ζητώ (4)
- Το παν, το σύνολο, το σημαντικότερο απ' όλα (4)
- (σύνδεσμος) < (3)
- Που τον διακρίνεις με δυσκολία, διόλου έντονος, σαν να τον κρύβει ομίχλη ή ατμός, αδιόρατος (5)
- Ηχοβολιστικό (5)
- Επιτατικό αρνητικό μόριο (3)
- Η λανθασμένη γνώμη, η πίστη σε κάτι ψευδές (5)
- Ευθεία < ίσια < ίσιος < < (καθιστώ ίσο) < ἴσος (3)
- Δηλώνει (3)
- Επιφώνημα μεγάλου κεφιού (3)
- Βαρβάτο άλογο ιππασίας (3)
- Το πόδι (5)
- Κατεργασμένο δέρμα ζώου με μεγάλη αντοχή σε φθορές λόγω σκληρής χρήσης (5)
- Που δεν είναι σαφής, δεν είναι ξεκάθαρος, δημιουργεί αμφιβολία (6)
- Θεαματική πρόοδος (4)
- Αθάνατο ον, με υπεράνθρωπες δυνάμεις και ιδιότητες που του απονέμεται λατρεία (4)
- Ισοδύναμο με την προστακτική πήγαινε (3)
- Το ζιζάνιο, είδος λολίου, που φυτρώνει ανάμεσα στα δημητριακά (3)
- Η άνοιξη (3)
- Ως αιτιολογικός σύνδεσμος εισάγει νέα πρόταση και παίρνει την έννοια του καθώς είναι. (3)
- Όταν ένα ιστιοπλοΐκό πλοίο που είναι όρτσα αλλάζει πλεύση και γίνεται από αριστερίνεμο δεξίνεμο ή αντίστροφα (3)
- (τοπικό) στην επιφάνεια ενός πράγματος (4)
- Τύπος που απαντά σε επωνυμίες επιχειρήσεων (4)
- Γραμμή φωτός (6)
- Με άνισο τρόπο (5)
- Που έχει το χρώμα του ίου (5)
- Προσφώνηση σε νεαρή κοπέλα (3)
- Συμφωνώ συνεχώς (3)
- Μετακινούμαι προς έναν τόπο ή έναν προορισμό (3)
- Είδος σύγχρονης μουσικής με -κατά κανόνα- έντονους ρυθμούς (3)
- Με σαφήνεια (5)
- Η νέα κοπέλα (3)
- Ακριβώς, στη μέση, στη φράση: (5)
- Η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού κλαίω (5)
- (κτητική) δηλώνει έναν κτήτορα αρσενικού ή ουδέτερου γένους (3)
- Ο κύριος (4)
- Φυλλοβόλο δέντρο του γένους Salix με μακρόστενα φύλλα που φυτρώνει κυρίως κοντά σε ποτάμια ή λίμνες (4)
- (εκφράζει ταυτόχρονο γεγονός) καθώς, όσο (3)
- Ο ατμός, ο αχνός (4)
Κάθετα
- Το μέρος ενός οχήματος που σηκώνει το αμάξωμα, τον κινητήρα, τις ρόδες, ο σκελετός του οχήματος (4)
- Χυμός (4)
- Η μητέρα, γυναίκα που έχει γίνει γονιός, που έχει δηλαδή αποκτήσει ένα ή περισσότερα παιδιά ή που έχει υιοθετήσει (4)
- Πρόθεση με χρονική ή επιμεριστική/διανεμητική έννοια που αποδίδεται μερικές φορές και με το «κάθε» (3)
- Το δέμα (4)
- Το ένα εικοστό τέταρτο του ημερονυκτίου, χρονικό διάστημα ίσο με 60 λεπτά (3)
- (με ουσιαστικά) δηλώνει παρομοίωση: όπως, όμοια, σάμπως (3)
- Η αχλαδιά (6)
- Η κλωστή (3)
- Του (3)
- Η ενέργεια της ώθησης (3)
- Που δηλώνει τα βασικά, τα ουσιαστικά στοιχεία ή συστατικά· που είναι εύκολος στη χρήση ή στην κατανόηση (5)
- Ζωική ποικιλία με κοινά χαρακτηριστικά (5)
- Ήδη (3)
- Όλοι, όλα όμως με πιο τονισμένη την έννοια του μηδενός εξαιρουμένου, όλοι ανεξαιρέτως (4)
- Στρατιωτικό πρόσταγμα που σηματοδοτεί την εκτέλεση της κίνησης με το όπλο, ως καταληκτικό σκέλος του παραγγέλματος (3)
- Που δεν έχει φάει ή δεν τρώει αρκετά (6)
- Κομμάτι ορθογώνιου υφάσματος, που με τα χρώματα και τα σχέδιά του αποτελεί σύμβολο κράτους, κόμματος, ομάδας κ.λπ. (6)
- Αντικείμενο με λαβή και βαρη στις δύο του άκρες, για τη γύμναση των χεριών (6)
- Γαβγίζω (6)
- Χαμηλόβαθμος τίτλος ευγενείας της Βρετανικής Κοινοπολιτείας ιππότη ή βαρονέτου (3)
- Θηλυκή θεότητα (3)
- Σύνδεσμος που εισάγει μια προϋπόθεση, συνώνυμος του «αν» (3)
- Όρα (3)
- Το έβδομο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (η, κεφαλαίο: Η). (3)
- Το έντυπο που δίνει τη δυνατότητα στον κάτοχο να μετακινείται ελεύθερα ή χωρίς πληρωμή (4)
- Που ανεβαίνει (5)
- Ρευματολήπτης, αρσενικός παραλήπτης ηλεκτρικού ρεύματος ο οποίος προσαρμόζεται σε πρίζα ηλεκτροδότησης-ηλεκτροδοσίας (3)
- Ιδιαίτερος τρόπος έκφρασης συγγραφέα (6)
- Η πάπια, μόνο στη σκωπτική έκφραση άγνωστης προέλευσης (5)
- (χρονικός) όταν (3)
- Σταματάω, διακόπτω (4)
- Η ονομασία του γερμανικού κράτους σε συγκεκριμένες περιόδους της ιστορίας του (4)
- Τα πάντα, το σύνολο, η ολότητα (4)
- Κεφαλή ιερού λειψάνου (4)
- Η χιονοδρομία (3)
- Διαταγή για σταμάτημα (3)
- Το φαγητό (3)
- Πήγαινε! ξεκίνα! (3)
- Ηλεκτρικά φορτισμένο άτομο ή μόριο (3)
- Νηπιακή λέξη που χρησιμοποιείται για να δηλώσει την εμφάνιση κάποιου προσώπου (3)
Ορισμοί και πηγές
Οι λέξεις και οι ορισμοί προέρχονται από πηγές με ανοιχτές άδειες και περνούν από αυτοματοποιημένους και συντακτικούς ελέγχους. Τα πλέγματα δημιουργούνται από λογισμικό.
Αν βρεις ασαφή ορισμό ή πιθανό λάθος, στείλε τον τίτλο του σταυρόλεξου και τον αριθμό του ορισμού στο support@quizzja.com. Μπορείς επίσης να χρησιμοποιήσεις την Αναφορά σφάλματος στην εφαρμογή.