Σταυρόλεξο #136049 · Ελληνικά · 15×15 · 2026-09-20
Σταυρόλεξο #136049 · Ελληνικά · 15×15 · 2026-09-20: ελληνικό σταυρόλεξο με 86 ορισμούς σε πλέγμα 15 × 15. Διάβασε τους ορισμούς και παίξε online.
Ελληνικά · 15 × 15 ·
Παίξε αυτό το σταυρόλεξοΔιάβασε τους ορισμούς παρακάτω και άνοιξε το διαδραστικό πλέγμα για να συμπληρώσεις τις απαντήσεις. Οι οριζόντιες και οι κάθετες απαντήσεις μοιράζονται γράμματα στα σημεία όπου διασταυρώνονται. Στο παιχνίδι μπορείς να ελέγξεις τις απαντήσεις και να χρησιμοποιήσεις βοήθειες.
Οριζόντια
- Δηλώνει (3)
- Η χορωδία που άδει σε μια παράσταση όπερας (4)
- Η κίνηση που εξασφαλίζει την επιτυχία έναντι ενός αντιπάλου (3)
- Ελλειψοειδής, ωοειδής (4)
- Το αλάτι (4)
- Δυσάρεστη έκπληξη, στεναχώρια (4)
- Η ιδιότητα του κομψού και χαριτωμένου (4)
- Λεπτό μεταλλικό σύρμα (4)
- Το (5)
- (+ αιτιατική) τόπο (5)
- Γιατρικό, φάρμακο, μέσο θεραπείας (4)
- (συμπλεκτικός σύνδεσμος, συντακτικό) συνδέει κατά παράταξη όμοιες προτάσεις ή όμοιους όρους πρότασης (3)
- (εκφράζει ταυτόχρονο γεγονός) καθώς, όσο (3)
- (τοπικά) μέχρι ένα ορισμένο σημείο (3)
- Ενήλικος άνθρωπος αρσενικού φύλου (6)
- Με ποια μέθοδο, κάνοντας ποια συγκεκριμένα πράγματα (3)
- Επιφώνημα που χρησιμοποιείται για να εκφράσουμε θαυμασμό, ειρωνεία, ξάφνιασμα (3)
- Ανίχνευση ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων (6)
- (χρονικός) όταν (3)
- Η πέμπτη νότα στην κλίμακα του ντο (3)
- Το ζιζάνιο, είδος λολίου, που φυτρώνει ανάμεσα στα δημητριακά (3)
- (σύνδεσμος) < (3)
- Μουσικό είδος βασισμένο στη ρυθμική απαγγελία (3)
- Η κλωστή (3)
- Σε + το () (3)
- Πολεμικό όπλο που χρησιμοποιείται για να εκτοξεύει βλήματα μεγάλου διαμετρήματος σε μεγάλη απόσταση (6)
- (με ουσιαστικά) δηλώνει παρομοίωση: όπως, όμοια, σάμπως (3)
- Σύνδεσμος που εισάγει μια προϋπόθεση, συνώνυμος του «αν» (3)
- Το να είναι κάτι ευχάριστο (6)
- Ο αέρας (3)
- Η νέα κοπέλα (3)
- Εκφράζει έκπληξη, συχνά και με ειρωνική διάθεση (3)
- Το πώμα (4)
- Σύντομη έξτρα εμφάνιση ή παράσταση (μουσική, θεατρική κ.λπ.) μετά από το πέρας της κανονικής εμφάνισης ή παράστασης (5)
- Πρότυπο (5)
- Μη ετυμολογική γραφή του αβγό με δίφθογγο -αυ- που εξακολουθεί (αρχή 21ου αιώνα) να βρίσκεται σε ευρεία χρήση (4)
- Τμήμα κάθε χριστιανικού ναού μέσα στο οποίο βρίσκεται η Αγία Τράπεζα (4)
- Η αρχή μιας νέας ημέρας με το πρώτο φως του ήλιου πριν την ανατολή, το χάραμα, το ξημέρωμα (4)
- Διάσημος καλλιτέχνης, αθλητής κ.λπ. (4)
- Ευρωστία, δύναμη, ρώμη (4)
- Οπαδός, υποστηρικτής (3)
- Απομακρύνω κάτι αρνητικό (4)
- Ναυτικό παράγγελμα για ανάστροφη κωπηλάτηση ώστε να ανακοπεί η πορεία του σκάφους (3)
Κάθετα
- Καθολικός ιερέας, πνευματικός πατέρας, ηγούμενος, ανώτερος μοναχός σε αβαείο (4)
- (με αιτιατική) υποδείχνει αντίθεση, αντιθέτως προς (4)
- Κατά τη διάρκεια όλης της μέρας, από το πρωί μέχρι το βράδυ (7)
- Διεγερτικό φυτό με αρχική προέλευση το Κέρας της Αφρικής και την Αραβική Χερσόνησο (3)
- Ζήτω, μπράβο (3)
- Ο αγώνας ταχύτητας αυτοκινήτων (4)
- Όπως θα το έκανε ένας όσιος, πολύ καλά (4)
- Συνώνυμο του δαφνοκερασιά (3)
- Το επεισόδιο που περιλαμβάνει διχαστική και ετεροκαταστροφική συμπεριφορά (4)
- Το τάξιμο, η υπόσχεση που δίνεται σε κάποια ανώτερη δύναμη, προκειμένου να μας εκπληρώσει μια επιθυμία μας (4)
- Για αρνητική απάντηση (3)
- Για καταφατική απάντηση, δείχνει συμφωνία και αποδοχή (3)
- Μετακινούμαι προς έναν τόπο ή έναν προορισμό (3)
- Αριθμητικό που δηλώνει τη μονάδα ενός είδους (4)
- Στο εσωτερικό κάποιου χώρου ή αντικειμένου (4)
- Η ενέργεια της ώθησης (3)
- Σάλτσα που συνοδεύει συνήθως σαλάτες (3)
- Μία από τις πέντε αισθήσεις (3)
- Εγκαίρως (5)
- Με τρανότητα (5)
- Το διάστημα του χρόνου στο οποίο υπάρχουμε κι ενεργούμε, σε αντιδιαστολή με το παρελθόν και το μέλλον (5)
- Με απότομο, ψυχρό ή θηριώδη τρόπο (3)
- (μικρό) άνοιγμα, απ’ όπου μπορεί να περάσει κάποιος ή κάτι (5)
- Ανοιχτός χώρος σε αστικό περιβάλλον (5)
- Βόλτα (3)
- Ήδη (3)
- Πρόθεση με χρονική ή επιμεριστική/διανεμητική έννοια που αποδίδεται μερικές φορές και με το «κάθε» (3)
- Θερμοκήπιο (4)
- Επιτατικό αρνητικό μόριο (3)
- Σπάνια, αραιά και πού (4)
- Άτομο νεαρής ηλικίας, νέος, νεαρός (7)
- Το έβδομο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (η, κεφαλαίο: Η). (3)
- Αρχαία μονάδα μέτρησης της μάζας και νόμισμα που υποδιαιρείτο σε 100 δραχμές (3)
- Χαμηλό κάθισμα που μοιάζει με κυλινδρικό μαξιλάρι και τοποθετείται πάνω στο πάτωμα (4)
- Σε προχωρημένη ώρα (4)
- Η μεταβίβαση (4)
- Άλλη γραφή του αφτί (4)
- Το μικρό δωμάτιο στη φυλακή ή στο κρατητήριο μέσα στο οποίο κρατούνται οι φυλακισμένοι (4)
- Μεγάλο θαλάσσιο αρπακτικό, που συγγενεύει με τα δελφίνια, γνωστή και ως φάλαινα δολοφόνος (4)
- (για υγρά) η κίνηση προς μια κατεύθυνση και η ποσότητα του υγρού που ρέει (3)
- (αρνητικό) σε κύριες προτάσεις δηλώνει (3)
- Ως αιτιολογικός σύνδεσμος εισάγει νέα πρόταση και παίρνει την έννοια του καθώς είναι. (3)
- Όρα (3)
Ορισμοί και πηγές
Οι λέξεις και οι ορισμοί προέρχονται από πηγές με ανοιχτές άδειες και περνούν από αυτοματοποιημένους και συντακτικούς ελέγχους. Τα πλέγματα δημιουργούνται από λογισμικό.
Αν βρεις ασαφή ορισμό ή πιθανό λάθος, στείλε τον τίτλο του σταυρόλεξου και τον αριθμό του ορισμού στο support@quizzja.com. Μπορείς επίσης να χρησιμοποιήσεις την Αναφορά σφάλματος στην εφαρμογή.