Σταυρόλεξο #136345 · Ελληνικά · 15×15 · 2026-09-20
Σταυρόλεξο #136345 · Ελληνικά · 15×15 · 2026-09-20: ελληνικό σταυρόλεξο με 86 ορισμούς σε πλέγμα 15 × 15. Διάβασε τους ορισμούς και παίξε online.
Ελληνικά · 15 × 15 ·
Παίξε αυτό το σταυρόλεξοΔιάβασε τους ορισμούς παρακάτω και άνοιξε το διαδραστικό πλέγμα για να συμπληρώσεις τις απαντήσεις. Οι οριζόντιες και οι κάθετες απαντήσεις μοιράζονται γράμματα στα σημεία όπου διασταυρώνονται. Στο παιχνίδι μπορείς να ελέγξεις τις απαντήσεις και να χρησιμοποιήσεις βοήθειες.
Οριζόντια
- Διεγερτικό φυτό με αρχική προέλευση το Κέρας της Αφρικής και την Αραβική Χερσόνησο (3)
- Οι μονοί αριθμοί (4)
- Δύο φορές, διπλά (3)
- Αυτός που ασκεί τη μαγεία, που κάνει μάγια, που επικαλείται υπερφυσικές δυνάμεις ή εμφανίζεται να τις έχει (5)
- Αυτό το οποίο (4)
- Επίρρημα που χρησιμοποιείται για να δηλώσει μέγεθος, ποσότητα ή ένταση, είτε απόλυτα είτε συγκριτικά ή συμπερασματικά (4)
- Η υπαίθρια έκταση σε κατοικημένη περιοχή, ή κοντά σε αυτή, που δεν έχει διαμορφωθεί (5)
- Κτίριο / οικοδόμημα αφιερωμένο σε θρησκευτική λατρεία (4)
- Λίγο φαγητό (κουλούρι, κομμάτι κέικ, φρούτο κ.λπ.) που τρώγεται ανάμεσα από τα κανονικά γεύματα (4)
- Ηλεκτρικά φορτισμένο άτομο ή μόριο (3)
- Πρόσφατο γεγονός που το πληροφορούμαστε· η είδηση, το μαντάτο (3)
- Σχήμα ή άλλη οπτική ή ηχητική μέθοδος για την προβολή/εκπομπή ενός κωδικοποιημένου μηνύματος (4)
- Σάλτσα που συνοδεύει συνήθως σαλάτες (3)
- Ήδη (3)
- Ηλεκτρικό γραμμόφωνο (5)
- Κρέας (5)
- Εδώδιμη ρίζα με χαρακτηριστικό χρώμα και άρωμα (6)
- Οτιδήποτε θεωρείται αγνό και ιερό, και αποτελεί ουσία της ύπαρξης (4)
- Η κατασκευή με λεπτό πλέγμα, που χρησιμοποιείται για το κοσκίνισμα (4)
- Η λάσπη (4)
- Χαμηλόβαθμος τίτλος ευγενείας της Βρετανικής Κοινοπολιτείας ιππότη ή βαρονέτου (3)
- Για το μπανγκαλόου δείτε #Ετυμολογία 2 (7)
- Δηλώνει (3)
- Που εμφανίζει κενά ή διαστήματα, αραιός (4)
- Ο οφθαλμός, το όργανο της όρασης (4)
- Το απόλυτο αριθμητικό (3) που ακολουθεί το δυο και προηγείται του τέσσερα (4)
- Η κατάσταση και η ιδιότητα του σάπιου (6)
- Λατρεία στην οποία οι πιστοί χορεύουν και τραγουδούν ξέφρενα (5)
- (+ αιτιατική) τόπο (5)
- Ναυτικό παράγγελμα για ανάστροφη κωπηλάτηση ώστε να ανακοπεί η πορεία του σκάφους (3)
- Το έβδομο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (η, κεφαλαίο: Η). (3)
- Ασθένεια που οφείλεται σε προσβολή του οργανισμού από ιό (4)
- (σύνδεσμος) < (3)
- Διαταγή για σταμάτημα (3)
- Ρυθμός μουσικής σύνθεσης· χτύπος, παλμός, ως βασική μονάδα μέτρησης του χρόνου ενός μουσικού κομματιού (4)
- Όλοι, όλα όμως με πιο τονισμένη την έννοια του μηδενός εξαιρουμένου, όλοι ανεξαιρέτως (4)
- Συγκέντρωση ουρικών αλάτων σε αρθρώσεις (5)
- Ο ύπνος (4)
- Μικρό αυτοκίνητο αγώνων σε ειδική πίστα (4)
- Ψηλή, μεγαλόσωμη και άγαρμπη γυναίκα (5)
- Πρόθεση με χρονική ή επιμεριστική/διανεμητική έννοια που αποδίδεται μερικές φορές και με το «κάθε» (3)
- Δίτροχο όχημα που το σέρναν άλογα και χρησιμοποιόταν σε πολέμους, αγώνες ή παρελάσεις (4)
- Αναφορική λέξη που δηλώνει πλήθος ή βαθμό (3)
Κάθετα
- Ο όμορφος, που σχετίζεται με το κάλλος, την ωραιότητα ή την ωραιοποίηση (5)
- Το άκρο του σταχυού (5)
- Του (3)
- Η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μονοιάζω (9)
- Επιφώνημα που χρησιμοποιείται για να εκφράσουμε θαυμασμό, ειρωνεία, ξάφνιασμα (3)
- Καινούργιος (4)
- Το σήκωμα, η ανύψωση (4)
- (τίτλος ευγενείας) στην Ισπανία (3)
- Ευθεία < ίσια < ίσιος < < (καθιστώ ίσο) < ἴσος (3)
- Το σύνολο των διαταραχών που προκαλούνται από βίαιες μεταβολές της κατάστασης του οργανισμού (3)
- Συνώνυμο του δαφνοκερασιά (3)
- (με ουσιαστικά) δηλώνει παρομοίωση: όπως, όμοια, σάμπως (3)
- Λιβάδι (6)
- (+ αιτιατική) εκφράζει χρονική διάρκεια: για (3)
- Εκφράζει έκπληξη, συχνά και με ειρωνική διάθεση (3)
- Η χιονοδρομία (3)
- Που δεν σήπεται, που δεν σαπίζει, που δεν υπόκειται σε σήψη ή δεν κινδυνεύει από αυτήν (7)
- Η ευκολία που έχει κάποιος να κάνει κάτι (5)
- Ανεπίσημα, δίχως να τηρείται ο τύπος, το τυπικό σκέλος (5)
- (ερωτηματικό) ποια είναι η τιμή (4)
- Είδος σύγχρονης μουσικής με -κατά κανόνα- έντονους ρυθμούς (3)
- Επιτατικό αρνητικό μόριο (3)
- Ο άνεμος (5)
- Γαμψά (5)
- Με ταιριαστό τρόπο (9)
- Το μέρος ενός οχήματος που σηκώνει το αμάξωμα, τον κινητήρα, τις ρόδες, ο σκελετός του οχήματος (4)
- (χρονικός) όταν (3)
- Βαρβάτο άλογο ιππασίας (3)
- Κουλούρι με σουσάμι γύρω - γύρω, αυτό που στην Αθήνα αποκαλείται "κουλούρι Θεσσαλονίκης" (6)
- (για υγρά) η κίνηση προς μια κατεύθυνση και η ποσότητα του υγρού που ρέει (3)
- Διατυπώνω προφορικά ή και γραπτά μία λέξη ή φράση (3)
- Ως αιτιολογικός σύνδεσμος εισάγει νέα πρόταση και παίρνει την έννοια του καθώς είναι. (3)
- O τόπος όπου θάβεται ο νεκρός (5)
- Μονάδα ισχύος κινητήριας μηχανής (5)
- Σχολική τσάντα (4)
- Το συκώτι (4)
- Βόλτα (3)
- Νηπιακή λέξη που χρησιμοποιείται για να δηλώσει την εμφάνιση κάποιου προσώπου (3)
- Αρχαία μονάδα μέτρησης της μάζας και νόμισμα που υποδιαιρείτο σε 100 δραχμές (3)
- Κάθε (3)
- Η κλωστή (3)
- Στρατιωτικό πρόσταγμα που σηματοδοτεί την εκτέλεση της κίνησης με το όπλο, ως καταληκτικό σκέλος του παραγγέλματος (3)
- (χρονικό επίρρημα) συνεχώς (3)
Ορισμοί και πηγές
Οι λέξεις και οι ορισμοί προέρχονται από πηγές με ανοιχτές άδειες και περνούν από αυτοματοποιημένους και συντακτικούς ελέγχους. Τα πλέγματα δημιουργούνται από λογισμικό.
Αν βρεις ασαφή ορισμό ή πιθανό λάθος, στείλε τον τίτλο του σταυρόλεξου και τον αριθμό του ορισμού στο support@quizzja.com. Μπορείς επίσης να χρησιμοποιήσεις την Αναφορά σφάλματος στην εφαρμογή.