Σταυρόλεξο #136381 · Ελληνικά · 15×15 · 2026-09-20
Σταυρόλεξο #136381 · Ελληνικά · 15×15 · 2026-09-20: ελληνικό σταυρόλεξο με 84 ορισμούς σε πλέγμα 15 × 15. Διάβασε τους ορισμούς και παίξε online.
Ελληνικά · 15 × 15 ·
Παίξε αυτό το σταυρόλεξοΔιάβασε τους ορισμούς παρακάτω και άνοιξε το διαδραστικό πλέγμα για να συμπληρώσεις τις απαντήσεις. Οι οριζόντιες και οι κάθετες απαντήσεις μοιράζονται γράμματα στα σημεία όπου διασταυρώνονται. Στο παιχνίδι μπορείς να ελέγξεις τις απαντήσεις και να χρησιμοποιήσεις βοήθειες.
Οριζόντια
- Περιμετρική βάση στήριξης πόρτας / παραθύρου μέσω των μεντεσέδων (4)
- Έντονη φεγγοβολή (5)
- Δηλώνει (3)
- Ένα πρόσωπο ή πράγμα στο σύνολό του, χωρίς να εξαιρείται κανένα τμήμα του (4)
- Το φύλλο του κάλυκα που προστατεύει το άνθος (6)
- Είδος γλυκού (3)
- Άλλη γραφή του καλώς όρισες, (11)
- Αόριστη αντωνυμία (3)
- Ζωηρός ποντιακός χορός, με παραλλαγές μονόν, διπλόν, τρομαχτόν, σο γόνατον (3)
- Η νέα κοπέλα (3)
- Φυτό της νοτιοανατολικής Ασίας (4)
- Συνεχώς, ασταμάτητα, αιώνια (5)
- Γενική ονομασία για τα φυτά που έχουν μαλακό βλαστό, σε αντιδιαστολή με τους θάμνους και τα δέντρα (3)
- Τεμπέλικα (4)
- Η κίνηση που εξασφαλίζει την επιτυχία έναντι ενός αντιπάλου (3)
- Η ευρύτερη οικογένεια στην οποία ανήκει κάποιος (3)
- Τύπος που απαντά σε επωνυμίες επιχειρήσεων (4)
- Το απόλυτο αριθμητικό (1) που ακολουθεί το μηδέν και προηγείται του δύο (3)
- Το άγχος (4)
- Επίρρημα που χρησιμοποιείται για να δηλώσει μέγεθος, ποσότητα ή ένταση, είτε απόλυτα είτε συγκριτικά ή συμπερασματικά (4)
- Τηλεοπτική ή ραδιοφωνική διαφήμιση ή παρουσίαση μικρής διάρκειας (4)
- Όλοι, όλα όμως με πιο τονισμένη την έννοια του μηδενός εξαιρουμένου, όλοι ανεξαιρέτως (4)
- Με κακία (4)
- Άκρη (4)
- Στρατιωτικό πρόσταγμα που σηματοδοτεί την εκτέλεση της κίνησης με το όπλο, ως καταληκτικό σκέλος του παραγγέλματος (3)
- Το παν, το σύνολο, το σημαντικότερο απ' όλα (4)
- Οδηγώ (3)
- (κτητική) δηλώνει έναν κτήτορα αρσενικού ή ουδέτερου γένους (3)
- Το ύψος, το ανάστημα, η κορμοστασιά (4)
- (σύνδεσμος) < (3)
- Δίνω σε κάποιον τροφή μεταφέροντάς την ως το στόμα του (5)
- Άλλη ονομασία για το πόκερ. (4)
- Επαγγελματίας αρχιμάγειρας που διευθύνει μια κουζίνα (3)
- Συνώνυμο του δαφνοκερασιά (3)
- Π.χ., φερειπείν, που λέει ο λόγος (3)
- Κατά τρόπο θεραπευτικό, αποσκοπώντας ή επιτυγχάνοντας τη θεραπεία (11)
- Του (3)
- Έξι φορές (6)
- Σαν (4)
- Μέσα (3)
- Με αίσιο τρόπο, θετικά, κατ' ευχήν, αισίως (5)
- Μουσικός φθόγγος και το αντίστοιχο γραπτό σύμβολό του (4)
Κάθετα
- Είδος γλυκίσματος (3)
- Επιφώνημα μεγάλου κεφιού (3)
- Η πέμπτη νότα στην κλίμακα του ντο (3)
- Με άσωτο τρόπο, κάνοντας ασωτίες (5)
- Χαμηλόβαθμος τίτλος ευγενείας της Βρετανικής Κοινοπολιτείας ιππότη ή βαρονέτου (3)
- Το να είναι κανείς επινοητικός. (7)
- Βάτεμα ζώων (5)
- Η δενδροστοιχία (4)
- Σάλτσα που συνοδεύει συνήθως σαλάτες (3)
- Θαλάσσιο ζώο που ανήκει στα Μαλακόστρακα και έχει ισχυρό κέλυφος και μεγάλες δαγκάνες (7)
- Το κοπάδι, το σύνολο των προβάτων ή άλλων ζώων ενός βοσκού (7)
- Κάθε τι υλικό, συνήθως σε ρευστή μορφή (5)
- Το σύνολο των διαταραχών που προκαλούνται από βίαιες μεταβολές της κατάστασης του οργανισμού (3)
- Ναυτικό παράγγελμα για ανάστροφη κωπηλάτηση ώστε να ανακοπεί η πορεία του σκάφους (3)
- Μεγάλο ψάρι (5)
- Ισοδύναμο με την προστακτική πήγαινε (3)
- Σύνδεσμος που εισάγει μια προϋπόθεση, συνώνυμος του «αν» (3)
- Η ξυλιά, η χειροδικία (3)
- (γενικότερα) η κατασκευή που προσαρμόζεται στην είσοδο οχήματος, ώστε να μπορεί κανείς να την ανοίγει ή να την κλείνει (5)
- Σε + το () (3)
- Βόλτα (3)
- Τελείως, πάρα πολύ γεμάτος (5)
- Με σκαιό τρόπο, με σκαιότητα (5)
- Κάθε (3)
- Μετακινούμαι προς έναν τόπο ή έναν προορισμό (3)
- Δηλώνει αόριστο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα που δεν κατονομάζεται ή του οποίου η ακριβής ταυτότητα δεν είναι γνωστή (7)
- Κουράζομαι (7)
- Μικρό καρφί (7)
- Βαρβάτο άλογο ιππασίας (3)
- Που έχει ανοικτό κόκκινο χρώμα (3)
- Εισάγω κάποιον σε μια νέα θρησκεία, δοξασία ή αίρεση, αποκαλύπτοντας σταδιακά το τελετουργικό και το βαθύτερο νόημά της (3)
- Ενέργειες καλλωπισμού και χαλάρωσης (5)
- Ο άνεμος (5)
- Το δέκατο ένατο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (τ, κεφαλαίο: Τ). (3)
- Αυτός που αιτείται, που ζητάει κάτι, που υποβάλλει και υπογράφει την γραπτή αίτηση (5)
- Σεξουαλικός, ελκυστικός σεξουαλικά (4)
- Τρόπος βαψίματος των μαλλιών με ανταύγειες (3)
- Θηλυκή θεότητα (3)
- Ήδη (3)
- Συμφωνώ συνεχώς (3)
- Διεγερτικό φυτό με αρχική προέλευση το Κέρας της Αφρικής και την Αραβική Χερσόνησο (3)
- Πρόθεση με χρονική ή επιμεριστική/διανεμητική έννοια που αποδίδεται μερικές φορές και με το «κάθε» (3)
Ορισμοί και πηγές
Οι λέξεις και οι ορισμοί προέρχονται από πηγές με ανοιχτές άδειες και περνούν από αυτοματοποιημένους και συντακτικούς ελέγχους. Τα πλέγματα δημιουργούνται από λογισμικό.
Αν βρεις ασαφή ορισμό ή πιθανό λάθος, στείλε τον τίτλο του σταυρόλεξου και τον αριθμό του ορισμού στο support@quizzja.com. Μπορείς επίσης να χρησιμοποιήσεις την Αναφορά σφάλματος στην εφαρμογή.