Σταυρόλεξο #136382 · Ελληνικά · 15×15 · 2026-09-20
Σταυρόλεξο #136382 · Ελληνικά · 15×15 · 2026-09-20: ελληνικό σταυρόλεξο με 82 ορισμούς σε πλέγμα 15 × 15. Διάβασε τους ορισμούς και παίξε online.
Ελληνικά · 15 × 15 ·
Παίξε αυτό το σταυρόλεξοΔιάβασε τους ορισμούς παρακάτω και άνοιξε το διαδραστικό πλέγμα για να συμπληρώσεις τις απαντήσεις. Οι οριζόντιες και οι κάθετες απαντήσεις μοιράζονται γράμματα στα σημεία όπου διασταυρώνονται. Στο παιχνίδι μπορείς να ελέγξεις τις απαντήσεις και να χρησιμοποιήσεις βοήθειες.
Οριζόντια
- Άκρη (4)
- Ως αιτιολογικός σύνδεσμος εισάγει νέα πρόταση και παίρνει την έννοια του καθώς είναι. (3)
- Επιφώνημα μεγάλου κεφιού (3)
- Περιήγηση (4)
- Κάτι το οποίο ζητά ή απαιτεί επίσημα κάποιος να γίνει ή να πραγματοποιηθεί (6)
- Μουσικό είδος βασισμένο στη ρυθμική απαγγελία (3)
- Το τραγούδι (4)
- Πάρα πολύ ζεστός (6)
- Ο εαυτός μου, το είναι μου, η συνείδησή μου (3)
- Αίσθημα αποστροφής για κάτι (5)
- Σταματάω, διακόπτω (4)
- Σάλτσα που συνοδεύει συνήθως σαλάτες (3)
- Με άνισο τρόπο (5)
- Η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στρώνω, η εφαρμογή ενός υλικού πάνω σε μια επιφάνεια (6)
- (χρονικός) όταν (3)
- (σύνδεσμος) < (3)
- Επιφώνημα αηδίας (3)
- Του (3)
- Δίτροχο όχημα που το σέρναν άλογα και χρησιμοποιόταν σε πολέμους, αγώνες ή παρελάσεις (4)
- Σακί (5)
- Σωστά (4)
- (συμπλεκτικός σύνδεσμος, συντακτικό) συνδέει κατά παράταξη όμοιες προτάσεις ή όμοιους όρους πρότασης (3)
- Για μια ακόμη φορά, πάλι (4)
- Ύπουλος άνθρωπος, έτοιμος να αρπάξει και να εκμεταλλευτεί χωρίς οίκτο (5)
- Αξιώνω, ζητώ (4)
- Η πέμπτη νότα στην κλίμακα του ντο (3)
- Με απότομο, ψυχρό ή θηριώδη τρόπο (3)
- Ευθεία < ίσια < ίσιος < < (καθιστώ ίσο) < ἴσος (3)
- Νηπιακή λέξη που χρησιμοποιείται για να δηλώσει την εμφάνιση κάποιου προσώπου (3)
- Μικρό σκάφος με θέσεις για έναν ή δύο κωπηλάτες οι οποίοι κωπηλατούν καθιστοί με διπλό κουπί (6)
- Τίτλος για ιερείς (5)
- Ισοδύναμο με την προστακτική πήγαινε (3)
- Οινοπνευματώδες ποτό (4)
- Οπτική εμπειρία χωρίς να υπάρχει εξωτερικό ερέθισμα (5)
- Οπαδός, υποστηρικτής (3)
- (για πρόσωπα) που διαπράττει αδικίες, που με τις ενέργειές του παραβιάζει τον γραπτό ή άγραφο νόμο (6)
- Ένα από τα τρία βασικά χρώματα που συνθέτουν το λευκό· αντιστοιχεί σε μήκος κύματος 440-490 nm (4)
- Το ψηφίο 6 (3)
- Αδύναμος, πολύ γερασμένος, το χούφταλο (6)
- Το γιαταγάνι (4)
- Ναυτικό παράγγελμα για ανάστροφη κωπηλάτηση ώστε να ανακοπεί η πορεία του σκάφους (3)
- Δηλώνει (3)
- Δυσάρεστη έκπληξη, στεναχώρια (4)
Κάθετα
- Βόλτα (3)
- (εργαλείο) < kosa (4)
- Ορμή, φορά (4)
- Γραμμή, σειρά από πρόσωπα ή πράγματα (5)
- Δηλώνει την αιτία (3)
- Ανεπίσημα, δίχως να τηρείται ο τύπος, το τυπικό σκέλος (5)
- Έχοντας πει κάτι ανοιχτά και με σαφήνεια (4)
- Είμαι ευχάριστος (5)
- Ο δειλός άνθρωπος (5)
- Η (αμοιβαία) δύναμη απώθησης δύο σωμάτων μεταξύ τους (5)
- Σε κακή χρονική στιγμή, όταν οι συνθήκες δεν ευνοούν (6)
- Το γένι που αφήνεται να αναπτυχθεί μόνο στο πηγούνι (5)
- Που δεν τελειώνει, δεν εξαντλείται (6)
- Η κλωστή (3)
- Το μέρος του ανθρώπινου ή ζωϊκού σώματος που αποτελείται από μαλακούς ιστούς, σε αντίθεση με τα οστά (5)
- Το ρυάκι (4)
- Οποιοδήποτε προτέρημα ή ιδιότητα που δίνει υπεροχή σε αυτόν που την έχει (4)
- Στοιχειό της λαϊκής παράδοσης, που υποτίθεται ότι έρχεται στον ύπνο κάποιου και τον ακινητοποιεί (4)
- Λουλούδι (4)
- Συνώνυμο του δαφνοκερασιά (3)
- Το γεγονός που προκάλεσε ένα αποτέλεσμα (5)
- Η ομάδα των ηθοποιών που παίζουν μαζί σε κάποιο έργο (4)
- Ο γάιδαρος (4)
- Μεγάλη αίθουσα (4)
- Ο πάνω όροφος (4)
- Αμαξοδηγός (6)
- Εισάγει πρόταση στην οποία εκφράζεται αντίθεση, αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις σε κάτι που ειπώθηκε προηγουμένως (6)
- Αιχμηρή άκρη μεταλλικών συνήθως αντικειμένων, μύτη (5)
- Ο αέρας (3)
- Οι σπόροι του καφεόδεντρου (5)
- Όχημα με τέσσερις τροχούς που το τραβάει ένα ή περισσότερα ζώα, συνήθως άλογα, άμαξα (5)
- Το γένος (5)
- Ηλεκτρικό γραμμόφωνο (5)
- Κεκλιμένο επίπεδο, διάδρομος με κλίση (5)
- Το αίσθημα που προκαλεί η ανάγκη για νερό (4)
- Μίμηση ήχου κρούσης ή έκρηξης (4)
- Για να δηλώσει ότι ο όρος ή η πρόταση που ακολουθεί, υποδεικνύει οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό που προαναφέρθηκε (4)
- (χρονικό επίρρημα) συνεχώς (3)
- Σύνδεσμος που εισάγει μια προϋπόθεση, συνώνυμος του «αν» (3)
Ορισμοί και πηγές
Οι λέξεις και οι ορισμοί προέρχονται από πηγές με ανοιχτές άδειες και περνούν από αυτοματοποιημένους και συντακτικούς ελέγχους. Τα πλέγματα δημιουργούνται από λογισμικό.
Αν βρεις ασαφή ορισμό ή πιθανό λάθος, στείλε τον τίτλο του σταυρόλεξου και τον αριθμό του ορισμού στο support@quizzja.com. Μπορείς επίσης να χρησιμοποιήσεις την Αναφορά σφάλματος στην εφαρμογή.